X
Menu
X

Φορολογούν σαν μαύρο χρήμα και τους κοινούς λογαριασμούς

Φορολογούν σαν μαύρο χρήμα και τους κοινούς λογαριασμούς

Πηγή: Πρώτο Θέμα

Παραδοσιακά οι κύριοι κάτοχοι τραπεζικών λογαριασµών (γονείς, παππούδες) δηλώνουν σαν πρόσθετα µέλη ολόκληρη την οικογένεια (π.χ. σύζυγο και παιδιά). ∆ιά παν ενδεχόµενο οι κύριοι των λογαριασµών ορίζουν συνδικαιούχους συγγενείς (ή πρόσωπα εµπιστοσύνης οι ηλικιωµένοι και µοναχικοί), ώστε να τους εξυπηρετήσουν σε ώρα ανάγκης για να βγάλουν χρήµατα ή να πληρώσουν δαπάνες (έκτακτες και µη), όπως νοσοκοµεία, έξοδα κηδείας, λογαριασµούς, έξοδα φοίτησης ή συντήρησης κατοικίας σε χωριά ή σε άλλη πόλη, ακόµα και σε άλλη χώρα αν έχουν φύγει στο εξωτερικό.

Πού βρίσκεται ο κίνδυνος; Οτι σε περίπτωση ελέγχων από την Εφορία σε τραπεζικούς λογαριασµούς, οι ελεγκτές θεωρούν ότι τα χρήµατα ανήκουν εξίσου (ή και εξ ολοκλήρου) στον συνδικαιούχο του λογαριασµού! Και όχι µόνο τον φορολογούν µε φόρο 22%-45% σαν να ήταν δικά του τα λεφτά (που κανονικά ανήκουν στον κύριο δικαιούχο), αλλά του επιβάλλουν και πρόστιµα για µαύρο χρήµα επειδή δεν τα δήλωσε σαν εισόδηµα ο ίδιος, ασχέτως αν τα έχει δηλώσει ο κύριος κάτοχος του λογαριασµού. Γιατί συµβαίνουν όλα αυτά; Επειδή συχνά οι ελεγκτές εκλαµβάνουν αυτοµάτως ως µαύρο χρήµα όλα τα λεφτά που τυχόν υπερβαίνουν τα δηλωθέντα στο Ε1 από τον συνδικαιούχο, χωρίς να τεκµηριώνουν µε άλλους τρόπους ότι διαπράχθηκε φοροδιαφυγή. Ταυτόχρονα απορρίπτουν και τις εξηγήσεις που κοµίζουν οι ελεγχόµενοι, αφήνοντας τα δικαστήρια να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Ιστορίες τρέλας.

Μέχρι τώρα οι περισσότεροι γνώριζαν κάποια άλλα πιο κοινά προβλήµατα που ανακύπτουν µε την Εφορία, όταν τηρούν κοινούς λογαριασµούς. Χιλιάδες σύζυγοι και παιδιά πλήρωσαν φόρους για τόκους του λογαριασµού του συζύγου επειδή δεν επιµερίζονται αυτοµάτως από το Taxisnet αλλά εµφανίζονται εξ ολοκλήρου σε όλους – και γι’ αυτό πολλοί έχασαν και το Κοινωνικό Μέρισµα. Αλλοι πάλι είδαν τα δώρα του γάµου τους να κατάσχονται επειδή κατατέθηκαν (αντί λίστας) σε τραπεζικό λογαριασµό όπου ήταν συνδικαιούχος ο γονιός που χρωστούσε στην Εφορία. Σήµερα το «business stories» φέρνει στο φως ντοκουµέντα από εκθέσεις ελέγχου που δείχνουν ότι οι ελεγκτές επιβάλλουν πρόστιµα σε συνδικαιούχους κοινών λογαριασµών για τα λεφτά των άλλων συνδικαιούχων.

Μάλιστα, ακόµα και για µόλις 1.000 ευρώ διαφορά ανάµεσα στις πρωτογενείς καταθέσεις και τις πρωτογενείς αναλήψεις από κοινό λογαριασµό, ο συνδικαιούχος κινδυνεύει να βρεθεί έκθετος σε αναδροµικούς ελέγχους µιας πενταετίας. Στα φύλλα ελέγχου που εκδίδει το ΚΕΦΟΜΕΠ επισηµαίνεται το εξής: «Από την επεξεργασία των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασµών που τηρούνται στο όνοµα του ελεγχόµενου (δικαιούχος/συνδικαιούχος), καθώς και των λοιπών χρηµατοοικονοµικών προϊόντων, στην ηµεδαπή, για τις ελεγχόµενες διαχειριστικές περιόδους, προέκυψαν πρωτογενείς πιστώσεις, ποσού µεγαλύτερου των 1.000,00 ευρώ για την περίοδο 01/01/2013-31/12/2015, που καταρχήν δεν δικαιολογούνται», όπως υπολογίζονται µε τη χρήση του ειδικού λογισµικού που χρησιµοποιεί από το 2017 το υπουργείο Οικονοµικών. Και αν δεν δικαιολογούνται εξαρχής, ο έλεγχος τηςΕφορίας δεν τα δικαιολογεί ούτε εκ των υστέρων. Οπως π.χ. οι πιο κάτω περιπτώσεις:

Σε έλεγχο που έγινε σε Ελληνα φορολογούµενο που εµφανίζεται συνδικαιούχος σε λογαριασµό του αδελφού του που ζει στο εξωτερικό, αρχικά του ζητήθηκε να δικαιολογήσει το σύνολο του λογαριασµού. Εξήγησε στους ελεγκτές ότι τα χρήµατα είναι όλα του αδελφού του και ότι ο ίδιος κάνει αναλήψεις µόνο και µόνο για να τον εξυπηρετήσει µε πληρωµές στη χώρα µας. Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος δέχθηκε εν µέρει τις εξηγήσεις. Επειδή ο κύριος κάτοχος του λογαριασµού είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν µπορεί  να τον ελέγξει, θεώρησε ότι το 50% ανήκουν στον αδελφό που ζει στο εξωτερικό. Καταλόγισε, όµως, το υπόλοιπο 50% σαν µαύρο χρήµα στον αδελφό του που ζει στην Ελλάδα, επειδή ως συνδικαιούχος δεν είχε δηλώσει αντίστοιχο εισόδηµα
(εφόσον δεν το είχε ποτέ). Επίσης οι ελεγκτές θεώρησαν εξ ολοκλήρου µαύρο χρήµα τα ξένα λεφτά του κύριου δικαιούχου, µε το επιχείρηµα ότι «ο συνδικαιούχος αν θέλει σηκώνει όλα τα λεφτά του λογαριασµού από την τράπεζα και όχι µόνο όσα τυχόν του αναλογούν». Οπότε καταλόγισαν σαν αδήλωτο εισόδηµα ολόκληρο το ποσό που κατατέθηκε στον κοινό λογαριασµό και επέβαλαν πρόστιµα, µη αποδεχόµενοι καν το επιχείρηµα του ελεγχόµενου: «Αν τα λεφτά γίνουν πραγµατικά δικά µου µετά τον θάνατο του δικαιούχου, τότε θα πληρώσω ξανά και… φόρο κληρονοµιάς;»

Ου µπλέξεις

Θεωρητικά τέτοιοι έλεγχοι αφορούν όσους εντοπίζονται για µεγάλες πρωτογενείς καταθέσεις λογαριασµών. Ωστόσο η Εφορία σχεδιάζει πλέον και τυχαίους ελέγχους, χωρίς κριτήρια επικινδυνότητας, ώστε κανείς φορολογούµενος να µην αισθάνεται σίγουρος ότι δεν θα υποστεί έλεγχο. Στην πράξη είναι κοινό µυστικό ότι επιλέγονται για έλεγχο όσοι έχουν υψηλά τραπεζικά υπόλοιπα, ακόµα και αν δεν είναι δικά τους, αφού έτσι υπάρχει προοπτική είσπραξης – έστω και αν αναγκαστεί µετά το ∆ηµόσιο να τα επιστρέψει στους δικαιούχους! Για του λόγου το αληθές, προ ηµερών το Συµβούλιο της Επικρατείας καταδίκασε το ∆ηµόσιο για κατάχρηση στους ελέγχους τραπεζικών λογαριασµών. Η Φορολογική Αρχή έφτασε στο σηµείο να υπερασπίζεται στο δικαστήριο το δικαίωµά της να θεωρεί µαύρο χρήµα ό,τι κατατίθεται στους τραπεζικούς λογαριασµούς, χωρίς να υποχρεώνεται να τεκµηριώσει φοροδιαφυγή, αλλά ούτε να δεχτεί εξηγήσεις πως τα χρήµατα δεν είναι του ελεγχόµενου ή ότι ο πραγµατικός κάτοχός τους έχει ήδη φορολογηθεί για αυτά.

Το ΣτΕ σώζει

Συγκεκριµένα, η απόφαση (ΣτΕ 1895/2018) αποκαλύπτει ότι: Η Εφορία επέµενε (µε αίτηση αναίρεσης µετά από Εφετείο), αλλά το ΣτΕ απέρριψε τον ισχυρισµό της ότι όποτε βρίσκει ποσά που δεν δικαιολογούνται από δηλώσεις του ελεγχόµενου πρέπει να τα φορολογεί αυτοµάτως σαν αδήλωτο εισόδηµα από επιχείρηση (µε 29% από το πρώτο ευρώ) επιβάλλοντας πρόστιµα και διώξεις ανάλογα µε το ύψος των καταθέσεων, σαν απόκρυψη εισοδήµατος. Το ΣτΕ (αποφ. 1895/2018, Β΄ Τµήµα) έκρινε ότι «δεν αρκεί η εκ µέρους της φορολογικής διοίκησης διαπίστωση της ύπαρξης
σηµαντικού ποσού σε τραπεζικούς λογαριασµούς του ελεύθερου επαγγελµατία, το οποίο, κατά την εκτίµησή της, δεν αντιστοιχεί σε (νοµίµως φορολογηθέντα ή απαλλαχθέντα του φόρου) εισοδήµατα που αυτός έχει δηλώσει»… Αντιθέτως, το δικαστήριο λέει ότι η φορολογική αρχή οφείλει να διερευνά την αληθή πηγή ή αιτία (καθώς και τον χρόνο) απόκτησης του επίµαχου ποσού, συνεκτιµώντας τις εξηγήσεις που τυχόν παρέχει ο φορολογούµενος για την προέλευσή του. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν ο ελεγχόµενος «είναι δικαιούχος τραπεζικού λογαριασµού από κοινού µε άλλο πρόσωπο, όπως ο/η σύζυγός του. Πράγµατι, και σε τέτοια περίπτωση η φορολογική αρχή οφείλει να διερευνά το χρηµατικό ποσό που εισέρχεται στον κοινό λογαριασµό αν δεν καλύπτεται από τα εισοδήµατα που έχουν δηλώσει στη φορολογική αρχή οι συνδικαιούχοι, καλώντας τους όµως για εξηγήσεις ώστε να αποδειχτούν τα πραγµατικά γεγονότα και όχι να τα θεωρεί συλλήβδην και a priori σαν δήθεν φοροδιαφυγή.

Τι ισχύει στους κοινούς λογαριασµούς

Η απόφαση του ΣτΕ θέτει κάποια όρια στην πρακτική της Εφορίας, κυρίως όµως πιστοποιεί ότι το πρόβληµα είναι υπαρκτό και λαµβάνει διαστάσεις. Μόνη (αυτο) άµυνα των φορολογουµένων στα καθηµερινά κρούσµατα ελέγχων: να είναι καλά εξοπλισµένοι µε στοιχεία και να γνωρίζουν και οι ίδιοι τι ισχύει, αλλά και τι έχει κάνει δεκτό η Φορολογική ∆ιοίκηση γα τους κοινούς λογαριασµούς τους, αλλιώς κινδυνεύουν να το πληρώσουν πανάκριβα µε φόρους και πρόστιµα σαν κοινοί φοροφυγάδες!

Για παράδειγµα:

Κατά την άποψη της Εφορίας, τα πράγµατα είναι απλά εάν ένας λογαριασµός έχει δηλωθεί ρητά ως κοινός. Ισχύει ό,τι ορίζει ο Ν. 5638 του 1932, ο οποίος προβλέπει (άρθρο 1) ότι «χρηµατική κατάθεσις παρά τραπέζης εις ανοικτόν λογαριασµόν επ’ ονόµατι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (Compte joint, joint account) είναι εν την έννοια του παρόντος νόµου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασµού δύναται να κάµνει χρήση εν όλω ή εν µέρει, άνευ συµπράξεως των λοιπών είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι». Συνεπώς, κάθε συνδικαιούχος έχει δικαίωµα να χρησιµοποιήσει ολόκληρο το διαθέσιµο ποσό ελεύθερα, ανεξάρτητα του ποιος είναι ο καταθέτης των χρηµάτων. Υπό την έννοια αυτή, θεωρούνται και δικά του λεφτά!

Σε περίπτωση κατάσχεσης λόγω οφειλών, όµως, ο ίδιος νόµος (άρθρο 4 Ν. 5638/1932) ορίζει ότι «κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όµως των κατασχόντων αυτή τεκµαίρεται αµαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ’ ίσα µέρη». Με άλλα λόγια, από τη διάταξη αυτή τεκµαίρεται γενικά η διαίρεση των καταθέσεων κατά ίσα µέρη µε τον αριθµό των συνδικαιούχων. Ετσι µπορεί να θεωρηθεί σαν όριο η αναλογία (1:2 ή 1:3 κ.λπ.) για την εξεύρεση του µεριδίου ανά καταθέτη. Με την ΠΟΛ. 1033/21.2.2013 η Φορολογική
∆ιοίκηση δέχτηκε ότι για τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασµούς, σε ελέγχους για εµβάσµατα από το εξωτερικό, το ποσόν επιµερίζεται στους συνδικαιούχους «καταρχήν ισοµερώς». Αν ο φορολογούµενος ισχυρίζεται ότι η πραγµατική αναλογία είναι διαφορετική, οφείλει να το αποδείξει ο ίδιος µε κάθε νόµιµο µέσο. Το ποια είναι τα κατάλληλα αποδεικτικά όµως (π.χ. υπεύθυνες ή άλλες δηλώσεις, συµβάσεις, δάνεια κ.ά.) δεν εξειδικεύεται, γι’ αυτό και εντέλει οι υποθέσεις καταλήγουν στα δικαστήρια.

Το ΣτΕ καθόρισε ότι τα φυσικά πρόσωπα που συνδέονται µε στενή συγγένεια «έχουν το δικαίωµα να προβαίνουν σε οικονοµικές πράξεις ή/και να συνάπτουν οικονοµικές σχέσεις τέτοιες που να αντανακλούν πέραν της εκπλήρωσης της τυχόν υποχρέωσής τους για διατροφή, και τη µεταξύ τους στοργή και εµπιστοσύνη και τη συναφή βούλησή τους για οικονοµική αλληλοβοήθεια ή/και συνδιαχείριση (στοιχείων) της περιουσίας τους». Παρ’ όλα αυτά όµως, «η τυχόν οικονοµική αλληλοβοήθεια µεταξύ µελών της ίδιας οικογένειας» (µέσω της διατήρησης κοινών τραπεζικών λογαριασµών και διενέργειας εντολών πιστώσεων και χρεώσεων σε αυτούς ή και της µεταφοράς ποσών από ατοµικούς ή κοινούς τραπεζικούς λογαριασµούς τους σε άλλους ατοµικούς ή κοινούς λογαριασµούς τους κ.λπ.) «δεν απαλλάσσει τα πρόσωπα αυτά από το βάρος να παράσχουν  στη φορολογική διοίκηση […]εύλογες και αρκούντως τεκµηριωµένες εξηγήσεις» για τις σχετικές οικονοµικές πράξεις και την περιουσιακή κατάσταση που προκύπτει από τις κινήσεις των ως άνω τραπεζικών λογαριασµών. Και αυτό «προκειµένου να ερευνηθεί από τη ∆ιοίκηση η τυχόν γένεση φορολογικών υποχρεώσεων» βάσει της νοµοθεσίας περί φορολογίας εισοδήµατος σε βάρος ορισµένου ή ορισµένων εκ των συνδικαιούχων, ώστε να προσδιοριστεί ο χρόνος γένεσης και το ύψος της αντίστοιχης φορολογικής υποχρέωσης ή παράβασης. Με άλλα λόγια, οι συνδικαιούχοι πρέπει να µπορούν να δικαιολογήσουν από ποιον προήλθαν τα ποσά των καταθέσεων, αλλά και ο έλεγχος της Εφορίας δεν µπορεί να κλείνει τα µάτια και τα αυτιά στις (τεκµηριωµένες) εξηγήσεις που ζητά να λάβει από τους ελεγχόµενους.

Πηγή: Πρώτο Θέμα

Share

Τα κείμενα αυτά δεν αποτελούν προσωποποιημένη υπηρεσία, συμβουλή ή υπόδειξη προς οποιονδήποτε Πελάτη, αλλά γενική καταγραφή και σχολιασμό επί επίκαιρων ή καίριων θεμάτων φορολογικού ενδιαφέροντος.

ΕΙΣΑΙ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ?
Θέλεις να ενημερώνεσαι ΔΩΡΕΑΝ για φορολογικά θέματα που σε αφορούν?
Συμπλήρωσε απλά το email σου!

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

<